Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Μακρυγιάννης για το κοινό καλό, μέρος Γ΄

Ἡ πεμπτουσία ὅμως τοῦ κοινοῦ καλοῦ, του συμφέροντος γιὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι κατὰ Μακρυγιάννη ἡ ἐλευθερία.

Οἱ Ἕλληνες καὶ ἡ Ἐλευθερία

Στὴ σκέψη του οἱ ἔννοιες Ἑλλάδα καὶ Ἐλευθερία εἶναι ταυτισμένες. Ὁ Ἕλληνας ζεῖ μόνο ἐλεύθερος, παρότι ἡ ἐλευθερία του εἶναι ἕνα διαρκὲς ἀγώνισμα καὶ κατακτᾶται μὲ θυσίες. Παροιμιώδης ἔχει μείνει ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στὸν Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ, ὅταν αὐτὸς παρατήρησε πὼς οἱ δυνάμεις τοῦ Μακρυγιάννη δὲν ἐπαρκούσαν γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ὁ Ἰμπραήμ:
«Κι ἂν εἴμαστε ὀλίγοι εἰς τὸ πλῆθος τοῦ Μπραΐμη, παρηγοριώμαστε μ’ ἕναν τρόπον, ὅτι ἡ τύχη
μᾶς ἔχει τοὺς Ἕλληνες πάντοτε ὀλίγους. Ὅτι ἀρχὴ καὶ τέλος, παλαιόθεν καὶ ὡς τώρα, ὅλα τὰ θερία πολεμοῦν νὰ μᾶς φᾶνε καὶ δὲν μποροῦνε· τρῶνε ἀπὸ μᾶς καὶ μένει καὶ μαγιά»[17]. Γιὰ νὰ συμπληρώσει λίγο ἀργότερα:
«Ἐμεῖς ἀπ’ οὗλα εἴμαστε ἀδύνατοι· ὅμως ὁ Θεὸς φυλάγει καὶ τοὺς ἀδυνάτους»[18].

Ἡ ἐλευθερία βέβαια ὀφείλεται στὴ γενναιοψυχία καὶ πηγάζει ἀπὸ αὐτήν. «Τὸ δ’ ἐλεύθερον, τὸ εὔψυχον» κατὰ τὸν ἀρχαῖο πρόγονο Θουκυδίδη, μὲ τὸν ὁποῖο πέρα ἀπὸ αὐτὴ τὴν θέση ὁ Μακρυγιάννης μοιράζεται τὴν κοινὴ ἰδιότητα τοῦ πολεμιστῆ καὶ συγγραφέα. «Ἀφοῦ ἦρθαν πολλὰ πλησίον οἱ Τοῦρκοι εἰς τὰ ταμπούρια μας, δὲν μποροῦσα νὰ βαστήξω τοὺς ἀθάνατους Ἕλληνες· ἔγιναν ὅλοι λιοντάρια- ἐγὼ ἤμουν ὁ χερότερος»[19].



Αὐτὰ κατὰ τὴν Ἐπανάσταση. Κατόπιν ὁ μεγαλύτερο κίνδυνος γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος προέρχεται ἀπὸ τοὺς Δυτικούς.



Ξενοκρατία
Ἡ ἐπέμβαση τῶν ξένων δυνάμεων στὴν Ἑλλάδα, τόσο μὲ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ Ὄθωνα, ὅσο καὶ μὲ τὴν παρουσία τους στὸ ἑλληνικὸ κράτος στὰ πρῶτα τριάντα χρόνια τῆς ὕπαρξής του, ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Μακρυγιάννη σκλαβιὰ χειρότερη ἀπὸ αὐτὴ τῶν Τούρκων. Κατανοεῖ ἄμεσα, πὼς ἡ ἐπιρροή τους εἶναι βαθύτερη ἀπὸ αὐτὴ τῶν Ὀθωμανῶν καὶ πὼς δύναται νὰ καταστῆ ἀπειλητικὴ γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη καὶ ἰδιοσυστασία τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ Τούρκοι, λόγῳ τῆς μεγάλης πολιτισμικῆς καὶ θρησκευτικῆς διαφορᾶς δὲν μποροῦσαν νὰ ἀλλοτριώσουν τὸν Ἑλληνισμό, ὁ ὁποῖος διατηρήθηκε μέσα στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Μὲ τοὺς Εὐρωπαίους ὅμως διαβλέπει πὼς τὸ κακὸ θὰ εἶναι μεγαλύτερο καὶ βαθύτερο.
Μάλιστα ἔδωσε καὶ εἰκαστικὴ ἔκφραση στὴν πεποίθησή του πὼς ὁ Ἕλληνας εἶναι ἰδιαίτερος, ἀνάδελφος κατὰ τὴν φράση τοῦ Χ. Σαρτζετάκη, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ τὸν Εὐρωπαῖο. Μαρτυρᾶ ὁ ἴδιος πὼς στὸ περιβόλι του εἶχε φτιάξει ἕνα μωσαϊκό, στὸ ὁποῖο εἰκονιζόταν ἕνας χορός καὶ στὸ μέσο ἕνας Ἕλληνας καὶ ἕνας Εὐρωπαῖος. «Ὁ φραγκοφορεμένος θέλει τὸν δικό του χορό, ὁ Ἕλληνας τὸν δικό του καὶ θὰ μαλλώσουνε ὀγλήγορα, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ μάθῃ ἕνας τοῦ ἄλλου τὸ χορό»[20].
Οἱ παρεμβάσεις βέβαια τῶν Εὐρωπαίων γιὰ νὰ εὐδοκιμήσουν πρέπει νὰ βροῦν καὶ Ἕλληνες ἕτοιμους νὰ τὶς δεχτοῦν. «Ἀπὸ αὐτὰ ὅλα ἡ πατρίδα κλονίζεται, ἀπὸ τὴς ὁδηγίες τὴς πατρικὲς τῶν Πρέσβεων καὶ δικῶ μας ξενολάτρων»[21].
Γράφει συγκεκριμένα: «Ποῖον βάρβαρον ἔθνος ἔκαμε ὅσα κάνει τὸ Γαλλικὸν ἔθνος σ’ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες;[22]» Καὶ συνεχίζει: «Ἀφοῦ ὁ Θεὸς τοὺς λυπήθη καὶ θέλει νὰ τοὺς ἀναστήςῃ, οἱ ἄνθρωποι τοὺς καταπολεμοῦν νὰ τοὺς φᾶνε, νὰ τοὺς χάσουνε, νὰ τοὺς σβύσουνε νὰ μὴν ξαναειπωθοῦν Ἕλληνες. Καὶ τὶ σᾶς ἔκαμεν αὐτὸ τ’ ὄνομα τῶν Ἑλλήνων ἐσᾶς τῶν γενναίων ἀντρῶν τῆς Εὐρώπης, ἐσᾶς τῶν προκομμένων, ἐσᾶς τῶν πλούσιων;[23]» Ἀλλοῦ πάλι γράφει γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους καὶ τὸ ρόλο τοὺς στὴν Ἐπανάσταση καὶ τὴν Ἀνεξαρτησία: «Οἱ ἀνθρωποφάγοι φτόνησαν αὐτὸ καὶ μᾶς ἔσπειραν τὴν ἀρετή τους, διχόνοια, φατρία, κατασκοπεία, τὴς ἀκαθαρσίες τὴς δικές τους, κ’ ἔφκειασαν τὴν πατρίδα μας παλιόψαθα»[24].
Μάλιστα μένει τόσο ἀκραιφνῶς Ἕλληνας, ὥστε ὅταν τοῦ προτάθηκε νὰ γίνει ὑποδιοικητὴς τῆς χωροφυλακῆς, μία θέση περιζήτητη γιὰ τοὺς ἄνεργους καὶ περιθωριοποιημένους ἀγωνιστές, ἀρνήθηκε λόγῳ τοῦ ἤθους του διοικητῆ καὶ τοῦ γεγονότος πὼς ἔπρεπε νὰ βγάλει τὴ φουστανέλα καὶ νὰ φορέσει στολὴ φράγκικη[25].
Διαβλέπει μάλιστα πὼς τὸ σχέδιο ἀλλοτρίωσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ περνᾶ γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους μέσα ἀπὸ τὴν προώθηση τῆς ἀπιστίας τῶν Ἑλλήνων, ποὺ μὲ κάθε μέσο προώθησαν οἱ Βαυαροί. «Εἰς τὸν καιρὸν τῆς Τουρκιᾶς μίαν πέτρα δὲν πείραξαν ἀπὸ τὰ παλιοκκλήσια· κι αὐτεῖνοι οἱ ἀπατεῶνες σύνδεσαν τὰ συνφέροντά τους μὲ τοὺς μολεμένους […] καὶ μᾶς χάλασαν τὰ μοναστήρια καὶ τὴς ἐκκλησιές μας- μαγαρίζουν μέσα κι ἄλλες ἔγιναν ἀχούρια»[26].
Φαίνεται νὰ ἔχει κατανοήσει πλήρως τὴν εὐρωπαϊκὴ ἀπέχθεια γιὰ τὴν ὀρθοδοξία: «Μάθαινα ἀπὸ ἀνθρώπους τίμιους ὅτι ἡ κατήχηση τῶν ξένων ἀναντίον τῆς θρησκείας μας προοδεύει. Τότε κάπνισαν τὰ μάτια μου»[27]. Ὅμως, τὸ σχέδιο γιὰ νὰ πληγεῖ τὸ λαϊκὸ θρησκευτικὸ αἴσθημα ἦταν καλὰ ὀργανωμένο: «Γνωρίζομεν τὴς ἐνέργειες τὴς μυστικὲς τῶν ξένων ὁποῦ ἐργάζονται διὰ τὴν θρησκεία μας – θρησκείαν δὲν ἀλλάζομεν ἐμεῖς, οὔτε τὴν πουλοῦμεν»[28]! Σὲ κάθε περίπτωση πάντως ὁ ἴδιος δηλώνει τὴν ἀπόφασή του νὰ ἀγωνιστεῖ κατὰ τῆς ἀλλοτρίωσης καὶ τοῦ ἐκδυτικισμοῦ: «Ὅταν μοῦ πειράζουν τὴν πατρίδα μου καὶ θρησκεία μου, θὰ μιλήσω, θὰ νεργήσω κι ὅ,τι θέλουν ἂς μοῦ κάμουν»[29].

Ὁ Μακρυγιάννης στὸ τέλος τῶν Ἀπομνημονευμάτων του μας ἐξηγεῖ καὶ τὸ λόγο ποὺ τὸν παρακίνησε στὴ συγγραφή τους καὶ ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος βέβαια ἀπὸ τὸ κοινὸ καλό.
«Ἀδελφοὶ ἀναγνῶστες, οὔτε δόξες θέλω, οὔτε τὴς ζητῶ- οὔτε μοῦ δίνουν. Καὶ διὰ κεῖνο τραβήχτηκα καὶ σκαλίζω τὸν κῆπο μου ὅταν εἶμαι γερός, εἰδὲ φυλάγω τὸ στρῶμα μου. Τοῦ ἀναθέματος νὰ εἶμαι ἂν ἔχω διοτέλεια διὰ ὅσους μιλῶ ἐδῶ μέσα. Ἡ πατρίδα, ἡ θρησκεία, ἡ ἠθικὴ εἰς τὴν κοινωνία εἶναι τὸ πλέον ἀγαπημένον εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸν τίμιον. Εἰς αὐτείνη τὴν κοινωνία θὰ ζήσω κ’ ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά μου καὶ δὲν μοῦ μένει ἐλπίδα καὶ φωνάζω. Καὶ δι’ αὐτὸ γράφω ἀπαλέκητα γράμματα, ὄχι ὅμως νὰ λείπῃ ἀπὸ αὐτὰ ἡ ἀλήθεια»[30].
Ὁ ἴδιος δὲν γράφει γιὰ νὰ προβάλει τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ «ὄχι νὰ πορνεύουν τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ καταπατοῦν τὸν νόμον καὶ νἄχουν τὴν ἐπιρροὴ γιὰ ἱκανότη. Ἐγὼ τἄγραψα αὐτὰ ὅλα κι ὅποιος ἀπ’ ὅσους μιλῶ προσωπικῶς στοχάζεται ὅτι τὸν ἀδικῶ καὶ εἶναι κακία μου κι ὄχι ἀλήθεια, ἔχει τὸ ἐλεύτερον νὰ γράψῃ κι ἀναντίον μου ὅ,τι λάθη ἔκαμα εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς πατρίδος· ὄχι ὅμως παθητικῶς, ἀλλὰ συντροφεμένος μὲ τὴν ἀλήθεια, μὲ τὴν παρατήρησιν.[…] Κ’ ἐγὼ ἔκαμα λάθη καὶ κάνω· ἄνθρωπος εἶμαι. Καὶ πρέπει νὰ γράφωνται καὶ τὰ καλά μας καὶ τὰ κακά μας»[31].
Μάλιστα ἡ αὐτοκριτική του προχωρεῖ περισσότερο, ὅταν ἐξηγεῖ τὰ κίνητρα γιὰ τὸν ἔλεγχο τῶν πολιτικῶν προσώπων στὸν ὁποῖο προβαίνει: «Τὸν Μεταξᾶ τὸν ἔχω καὶ κουμπάρο καὶ σύντροφο σὲ μίαν μεταβολή, τὸν Κωλέτη κουμπάρο, τὸ Μαυροκορδάτο τὸ ἴδιον –στενὸς φίλος ἀπὸ ἐξαρχῆς μ’ ὅλους. Δὲν τοὺς τὰ γράφω αὐτὰ ὡς ὀχτρός. Ἐκεῖνα ὁποῦ ἔπραξαν γράφω.[…] Μπορῶ ὡς ἄνθρωπος, κι ἀγράμματος κι ἁπλός, νἄκαμα περισσότερα, καὶ δὲν τὸ αἰστάνομαι ἢ δὲν μπορῶ νὰ δικάσω τοῦ λόγου μου μόνος μου. Κάθε ἄνθρωπος εἰς τὸν ἑαυτό του κάνει τὸν συνήγορον, ἀλλὰ ἄλλες παρατήρησες θὰ κάμῃ ἡ κατηγορία»[32].
Ὡς πραγματικὸς Ἕλληνας πάντα θέτει τὸν ἑαυτό του κάτω ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἢ καλύτερα τὸν ὑποτάσσει στὸ σύνολο καὶ τὸ κοινὸ καλό: «Κι ἀφοῦ ὁ Θεὸς θέλησε νὰ κάμῃ νεκρανάστασιν εἰς τὴν πατρίδα μου, νὰ τὴν λευτερώςῃ ἀπὸ τὴν τυραγνίαν τῶν Τούρκων, ἀξίωσε κ’ ἐμένα νὰ δουλέψω κατὰ δύναμη λιγώτερον ἀπὸ τὸν χειρώτερον πατριώτη μου Ἕλληνα. […] Ἕνα πρᾶγμα μόνον μὲ παρακίνησε κ’ ἐμένα νὰ γράψω, ὅτι τούτην τὴν πατρίδα τὴν ἔχομεν ὅλοι μαζί, καὶ σοφοὶ κι ἀμαθεῖς καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοὶ καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ πλέον μικρότεροι ἄνθρωποι· ὅσοι ἀγωνιστήκαμεν, ἀναλόγως ὁ καθείς, ἔχομεν νὰ ζήσωμεν ἐδῶ. […] Εἴμαστε εἰς τὸ ἐμεῖς κι ὄχι εἰς τὸ ἐγώ»[33].
Στὶς μέρες μας, αὐτὴ ἡ τελευταία φράση, νομίζω, ἀποτελεῖ τὴν πλέον επίκαιρη παρακαταθήκη, τὸ σπουδαιότερο κληροδότημα τοῦ Μακρυγιάννη στὸν Ἑλληνισμό.


[17] Ἀπ., τ. Α΄, 239.
[18] Ἀπ., τ. Α΄, 242.
[19] Ἀπ., τ. Α΄, 281.
[20] Ἀπ., τ. Β΄, 404.
[21] Ἀπ., τ. Β΄, 408.
[22] Ἀπ., τ. Β΄, 341.
[23] Ἀπ., τ. Β΄, 342-3.
[24] Ἀπ., τ. Β΄, 346.
[25] Ἀπ., τ. Β΄, 360.
[26] Ἀπ., τ. Β΄, 392.
[27] Ἀπ., τ. Β΄, 484.
[28] Ἀπ., τ. Β΄, 484.
[29] Ἀπ., τ. Β΄, 485.
[30] Ἀπ., τ. Β΄, 461.
[31] Ἀπ., τ. Β΄, 522.
[32] Ἀπ., τ. Β΄, 520.
[33] Ἀπ., τ. Β΄, 521-2.

Δεν υπάρχουν σχόλια :